Ύδρευση 
Από τη Γούρα. τοπικό τοπωνύμιο της Γιαννιτσούς, γιατί Γούρα λέγεται όλη η οροσειρά της Όθρυoς, αναβλύζει η ζωογόνος πηγή του χωριού, το εξαιρετικής ποιότητας νερό της.
Βρίσκεται στην περιοχή της Λαβανίτσας, λίγο ψηλότερα και δεξιά από το εξωκλήσι του Αγίου Παντελεήμονος.
Είναι   ένα χαμήλωμα που σχηματίζεται από τις συγκλίνουσες και πυκνoδασωμένες πλαγιές «Τροχός», «Πυργάκι» και των πρανών του oροπεδίου «Λιβάδια».
Από τις ρίζες των υπέρ αιωνόβιων, βαθύρριζων και βαθύσκιωτων πλατάνων, ανάβλυζε και αναβλύζει ακόμη το πολύτιμο αυτό αγαθό της ζωής, το νερό, που ποτιζει και ξεδιψάει ολόκληρο το χωριό.
Το νερό αυτό, πριν από την κατασκευή του μεγαλεπήβολου σχεδίου της υδρομάστευσης, του τιτάνιου για την εποχή εκείνη έργου, χάνονταν μέσω του Καναλορέματος, διέσχιζε τα «Τριφύλλια», ενώνονταν με το ρέμα
«Μακάρεβο», στη συνέχεια με τον «Χλιαρά», έφθανε στα Θέρμα, και από εκεί μέσω των Λουτρών Πλατύστομου κατέληγε στον κάμπο. Στο πέρασμά του έδινε ζωή στα περιβόλια- παραρρεμάτιες λουγκιές, ζωή και πλούτο στα ιαματικά Λουτρά, ποτίζοντας τα οπωροφόρα δέντρα και για ένα χρονικό διάστημα κινούσε τον μύλο του Πλατυστόμου.
Βρισκόμαστε ήδη στα 1925. Έχουν περάσει σχεδόν 100 περίπου χρόνια από την ίδρυση του χωριού (1827- 1833).
Είναι μια περίοδος μεγάλου σκεπτικισμού και προβληματισμού των κατοίκων
Το χωριό γνωρίζει εκρηκτική αύξηση πληθυσμού. Οι ψυχές που το κατοικούν αυτή την περίοδο ξεπερνούν τις χίλιες.
Κατά τον Γιάννη Ντρούκα του Χρήστου: «Το 1920 περίπου ο πληθυσμός ξεπέρασε τις 2000(! ) κατοίκους. Με την αύξηση των κατοίκων έγιναν δρόμοι…»
Η πλατεία, οι δρόμοι και τα σοκάκια του χωριού, πολυσύχναστα, σφύζουν από ζωή και ξεσηκώνονται από τις φωνές των παιδιών, που ξέγνοιαστα παίζουν στις αλάνες.
Οι έξοδοι και είσοδοι του χωριού που οδηγούν από και προς τα κτήματα παρουσιάζουν κίνηση από το πήγαινε-έλα των κατοίκων για τις αγροτικές και κτηνοτροφικές ασχολίες τους.
Τα βοσκοτόπια και τα δασώδη και ημιδασώδη πρανή σείονται από τον αρμονικό ήχο των κυπρίων, κουδουνιών και τα τσοκάνια των αιγοπροβάτων.
Στην πλατεία, τα καφενεία πολλά. Τα βράδια αυτά τα καφενεία, πριν από το σούρουπο και μετά τον κάματο των επίπονων εργασιών της αγροτικής ζωής, μεταξύ ποτού και καπνού, γίνονται χώροι ανταλλαγής πολύβουων απόψεων και ιδεών. Μετατρέπονται σε μικρά τοπικά «κοινοβούλια». Οι απόψεις πολλές, μα τα προβλήματα περισσότερα.
Τους κατοίκους απασχολούσε πολύ ο αμαξωτός δρόμος, από και προς τα αστικά κέντρα του κάμπου Μακρακώμη-Σπερχειάδα που έπρεπε να γίνει.
Μα, κυρίως τους καίει το νερό της ύδρευσης του χωριού, γιατί από τα πηγάδια και οι δυο βρύσες (Κοτσίλω) επάνω και κάτω. όπως τις αποκαλούσαν, δεν έφθανε. Το γέμισμα και η μεταφορά των «αγγειών» από τις δυο παραπάνω βρύσες-κοπάνες, απαιτούσε πολλές ώρες αναμονής και υπομονής λόγω συνωστισμού.
Αλλά και η μεταφορά του νερού από τις βρύσες, με τις βαρέλες, στο σπίτι για τις ανάγκες της λάτρας και το ξεδίψασμά τους, δεν επαρκούσε αλλά και δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Η απόσταση από τη βρύση στο σπίτι ήταν αρκετά μακρινή.
Ο Γιάννης Ντρούκας σε μια επιστολή του προς τον Σύλλογο Γιαννιτσωτών γράφει: «Με την αύξηση των κατοίκων έγιναν δρόμοι, ανοίχτηκαν πηγάδια για ύδρευση,…» «Το 1925 περίπου, οι κάτοικοι με προσωπική εργασία μετέτρεψαν τον πεζόδρομο προς Πλατύστομο σε δημόσιο δρόμο…..»
Το νερό της Λαβανίτσας από καιρό τώρα είχε μπει στο στόχαστρο κάποιων, μα κυρίως του Παρνασσού Γιωτόπουλου, ενός δραστήριου ανθρώπου, δάσκαλος τότε στο χωριό, ο οποίος συνεπικουρούμενος από τον Θεόδωρο Κουσουλάκο (ανθυπολοχαγός της στρατώνας Γιαννιτσούς), προσπαθούσαν να πείσουν, πως το νερό της Λαβανίτσας πρέπει να έλθει οπωσδήποτε στο χωριό.
Οι προσπάθειες για να πεισθούν οι αρχές του χωριού και να αρθούν κάποιες δυσκολίες λόγω αντιρρήσεων πήραν χρόνο. Και τούτο, γιατί υπήρξαν αρκετοί που δεν γνώριζαν τη μορφολογία του εδάφους και είχαν παντελή έλλειψη γνώσεων επί του προκειμένου θέματος. Οπωσδήποτε δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση για να πραγματοποιηθεί το τιτάνιο αυτό έργο.
Πέρα από τη μεγάλη απόσταση, η μορφολογία του εδάφους δεν ήταν επίπεδη, αλλά διακοπτόταν από απότομες χαράδρες- ρεματιές και δασώδεις πλαγιές πολλών χιλιομέτρων. Το έδαφος σε κάποια σημεία που έπρεπε να περάσουν οι σωλήνες του νερού ήταν σαθρό.
Λέγεται μάλιστα, ότι, ο Π. Γ. για να μετριάσει τη δυσπιστία των κατοίκων για τις δυσκολίες που προέβαλλαν, – πώς είναι δυνατόν να έλθει το νερό μέσα από αυτή τη διαδρομή με τις πολλές ανηφοριές-κατηφοριές και τα σαθρά πετρώματα των πλαγιών- τους έκανε πειράματα με μακαρόνια ή καλάμια αντί για σωλήνες, με σκοπό να αρθούν και οι τελευταίες αντιρρήσεις.
Πρόβλημα προέκυψε με την εξοικονόμηση των χρημάτων για την πραγματοποίηση του έργου.
Το χωριό ξεκινάει μια τιτάνια σταυροφορία για να έλθει το νερό από την Γούρα στο χωριό και για την εξοικονόμηση των χρημάτων που απαιτούνταν. Τις επαφές με τις Νομαρχίες, Δήμους και κυρίως των πολιτευτών της Φθιώτιδας αναλαμβάνει ο Π. Γιωτόπουλος.
Συστήθηκε επιτροπή από συγχωριανούς με επικεφαλής τον ίδιον, η οποία ανέλαβε να διαπραγματευτεί με εργοστάσιο στον Πειραιά για την αγορά και την παράδοση στο χωριό μαντεμένιων σωλήνων, καθώς και των εξαρτημάτων σύνδεσης αυτών.
Σύμφωνα με ασφαλείς και διασταυρωμένες πληροφορίες από εκείνους που γνώριζαν καλά τα διαμειφθέντα, λέγεται ότι τα χρήματα για το τεράστιο αυτό έργο εξοικονομήθηκαν από την διάθεση για εκμετάλλευση του κοινοτικού δάσους της Γιαννιτσούς στα κάτω Λιβάδια, με πυκνή βλάστηση από δρυ και από συνεισφορές των κατοίκων.
Η εταιρεία αυτή δραστηριοποιούταν στο ξυλεμπόριο και τα κάρβουνα, με την επωνυμία «Μάνος».
Την πληρωμή του έργου είχε αναλάβει ο τότε πρόεδρος του χωριού Ιωάννης Πέτρου (τσαρουχάς), υποδηματοποιός το επάγγελμα και ψάλτης στην εκκλησία του χωριού.
Οι κάτοικοι του χωριού, εκτός από την χρηματική τους συνεισφορά, έβαλαν και την προσωπική τους εργασία, όπως αργότερα έγινε και στην επισκευή του δρόμου Γιαννιτσούς-Πλατύστομου το 1925 και 1936
Αφού όλα ήταν έτοιμα, αποφασίστηκε πρώτα να γίνουν τα φρεάτια υδρομάστευσης στην πηγή (Γούρα), η οποία την εποχή εκείνη είχε άφθονο νερό. Στη συνέχεια στα σημεία της διαδρομής των σωλήνων προς το χωριό, καθορίστηκαν τα φρεάτια αποσυμφόρησης πίεσης του δικτύου στα Τριφύλλια, Τούρλα, Χούμα και ένα ακόμη στο τα,αλώνι του Αχ. Λυκοτσέτα, πάλι στο Χούμα, απέναντι από τον προφήτη Ηλία, όπου εκεί ήλθε στον περίβολο της εκκλησίας κατασκευάστηκε η δεξαμενή.
Το έργο σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες διήρκησε δύο με δυόμιση χρόνια και πιθανολογείται ότι ολοκληρώθηκε περί το 1928 ή το 1930. (Χρήζει περαιτέρω έρευνας).
(Για τον Γιωτόπουλο θα πούμε περισσότερα στο κεφάλαιο Εκπαίδευση)
Με την παρουσία του νερού στο χωριό ο Βασίλης Ντρούκας του Ηλία,
Λυκειάρχης στο Λύκειο Λαμίας, γράφει:
«Επί των ημερών της προεδρίας του Ιωάννη Πέτρου, ύστερα από δύο τρία χρόνια, έγιναν τα εγκαίνια της ροής του νερού στο χωριό μας.
Όλο το χωριό υποδέχθηκε το δώρο της φύσης με απερίγραπτη χαρά, ανακούφιση και τρικούβερο γλέντι. Το όνειρό τους πραγματοποιήθηκε.
Το χωριό από άκρη σε άκρη ντύθηκε στο πράσινο• οπωροφόρα δέντρα, κήποι με νόστιμα και αγνά κηπευτικά έκαναν όμορφο το χωριό μας και συμπλήρωσαν τη διατροφή των κατοίκων.
Οι γυναίκες γλύτωσαν απ’ την ταλαιπωρία να κουβαλούν με τη βαρέλλα ζαλίγκα πόσιμο νερό από τις μακρινές πηγές.
Η φοβερή ασθένεια της ελονοσίας εξαφανίσθηκε.
Οι ενοχλητικές ενέσεις, το πικρό κινίνο και το απαίσιο ρετσινόλαδο είναι παρελθόν• απλή ανάμνηση».
Όταν ολοκληρώθηκε το έργο, έβαλαν κοινοτικές βρύσες, όχι όμως μέσα στα σπίτια αλλά σε διάφορα σημεία του χωριού: Στον Αηλά, στου Αργύρη την αλάνα, στην πλατεία, στο δρόμο απέναντι του Κάτσαρη το σπίτι και στα Πρεμετέϊκα κ. α. Ορίστηκε νεροφόρος για την διαχείριση του πλεονάζοντος νερού, για το πότισμα των κήπων και των περιβολιών εκ περιτροπή.
         Λίγα λόγια για τις παλιές βρύσες
Όπως ξέρουμε ήδη, από άλλα κεφάλαια, το χωριό μετά την επικράτηση της επανάστασης, δεν είχε τη σημερινή του μορφή, αλλά τα σπίτια του ήταν διάσπαρτα σε διάφορα σημεία του Γιαννιτσώτικου χώρου και γι’ αυτό αρχικά ονομάστηκαν και Γιαννιτσώτικα Καλύβια. Μάλιστα μερικοί από αυτούς τους μικρούς οικισμούς ήταν προεπαναστατικοί.
Σύμφωνα με το ΦΕΚ 3 της 27/12/1833 Ναύπλιο 10 Ιανουαρίου 1834. «Περί συστάσεως Δήμων» άρθρο 4 όριζε ότι, χωριά που τα σπίτια τους ή τα καλύβια τους ή και οι μύλοι τους ήταν σε διάφορα σημεία κτισμένα, έπρεπε να ενωθούν μεταξύ τους σε δήμο.
Πιστεύουμε ότι ο νόμος αυτός υπήρξε καταλυτικός και αποτέλεσε το κίνητρο για τη συνένωση των διαφόρων οικισμών, με αποτέλεσμα το χωριό να πάρει τη σημερινή του μορφή περίπου από το 1837-1844.
Η επιλογή της θέσεως για την εγκατάσταση του χωριού επιλέχθηκε ύστερα από πολλές συσκέψεις μεταξύ των κατοίκων, γηγενών και Ασπροποταμιτών και βρήκαν ότι το συγκριμένο (σημερινό) σημείο εγκατάστασης πληρούσε τις ανάγκες των κατοίκων, με πολλά πλεονεκτήματα έναντι των άλλων θέσεων.
Το σημείο αυτό του χωριού είχε καλλίτερη πρόσβαση σε όλα τα χωράφια της εκτεταμένης περιφέρειας του από Πλατύστομο, Αρχάνι, Αρχανόρεμα, Ρούζια, Πλατανόρεμα, Παλαιά Γιαννιτσού, Λειβάδια, Ροβολιάρι, Λαβανιτσα, Αρβάλωνα και Θέρμα. Ήταν η θέση σταυρός, όπως έλεγαν οι γεροντότεροι, με εύκολη διάβαση από και προς τη Θεσσαλία και το κυριότερο κοντά προς τα μεγάλα κέντρα: Μακρακώμη, Σπερχειάδα και τα Λουτρά.
Τα κυριότερο στοιχείο επιλογής για την περιοχή αυτή ήταν, ότι υπήρχε νερό τόσο για το άνοιγμα πηγαδιών, αλλά κυρίως υπήρχαν δυο πηγές: μια πηγή υπήρχε στη θέση Βαρκά κοντά στην μέση σχεδόν του χωριού και άλλες δύο πηγές στο δρόμο που οδηγούσε προς το Χούμα , Θέρμα. Στη ρεματιά που διασχίζει τα Κήπια εκεί, όπου τα πρώτα χρόνια, υπήρχαν οι δύο πηγές ένθεν κακείθεν της ρεματιάς με άφθονο νερό και επί των ημερών μου.
Στα τρία αυτά σημεία κατασκευάστηκαν βρύσες από πελεκητή πέτρα. «κοπάνες» όπως τις έλεγαν και το όνομά τους ήταν « η επάνω και η κάτω κοτσίλω»
Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους «Οθωνικά» του Φ.135 ΓΑΚ 103 του 1857, υπάρχει πίνακας έργων υπό εκτέλεση σε διάφορα χωριά της Φθιώτιδας, μεταξύ των οποίων είναι και το σχολείο της Γιαννιτσούς (ίδέ Εκπαίδευση), καθώς επίσης αναφέρεται και στην κατασκευή μιας κρήνης στο χωριό. Η βρύση αυτή που αναφέρεται στο παραπάνω έγγραφο πρέπει να είναι μια από τις βρύσες που υδρευόταν το χωριό και το κόστος ανερχόταν σε 214 δραχμές.
Νερό υπήρχε επίσης πολύ στην περιοχή προς τις κούνιες, στις παρυφές του χωριού, που κατά τους χειμερινούς μήνες το έδαφος κατολίσθαινε (βυθίσματα).
Οι βρύσες αυτές για το χωριό έχουν μια ιστορία, η οποία μετράει κοντά ένα αιώνα, κι αυτό γιατί τα σημεία αυτά, μαζί με το πηγάδι της πλατείας, ήταν τόποι συνάθροισης και επικοινωνίας που κρατούσαν το χωριό σε στενό δεσμό σαν ενιαίο σύνολο.
Εκεί, παρόλο που το γέμισμα και το κουβάλημα της βαρέλας ή της «φτσέλας» ή της κανάτας, έπαιρνε χρόνο, για τις γυναίκες η αναμονή αυτή αποτελούσε μια ανάπαυλα από τη σχόλη του σπιτιού, του χωραφιού και γενικά από τον κάματο της ημέρας.
Η βρύση, ήταν τόπος ανταλλαγής απόψεων, πληροφοριών και συζητήσεων των μικρών ή μεγάλων γεγονότων του χωριού, ήταν μια ανακούφιση κι αυτό γιατί εκεί εύρισκε την ευκαιρία η πολυάσχολη γυναίκα του χωριού να αναπτύξει την κοινωνικότητά της. Είχε σχεδόν την μοναδική ευκαιρία να ακούσει, να πει και να μάθει με το νι και με το σίγμα όλα τα τρέχοντα γεγονότα του χωριού και της οικουμένης, από τις καλά πληροφορημέν  «κουτσομπόλες» του.
Εκεί ο ερωτοχτυπημένος νέος μπορούσε να συναντήσει την καλή του και να ανταλλάξει κρυφές και φλογερές ματιές γεμάτες πόθο και έρωτα. Δεν είναι τυχαίο που ο λαϊκός βάρδος άδει για την Μαλάμω του.
Σαν πας Μαλάμω μ’ για νερό,
κι εγώ στη βρύση καρτερώ,
να σου τσακίσω Μαλάμω μου,
να σου τσακίσω το σταμνί
να πας στη μάνα σου αδειανή…
Δεν θα ήταν υπερβολή να απαιτήσει κανείς σήμερα οι δύο αυτές βρύσες να αναστηλωθούν και να κοσμήσουν την περιοχή όπως τότε, σε μνήμη αυτών που πέρασαν και μόχθησαν για την επιβίωσή τους