Γεωργια-Κτηνοτροφια

Γεωργία-Κτηνοτροφία και άλλες ασχολίες
Γεωργός:  Ο άνθρωπος των σπηλαίων που ζούσε από το κυνήγι, ήταν αναγκασμένος να ακολουθεί την μετακίνηση των ζώων για την εξασφάλιση της τροφής. Οι μετακινήσεις αυτές έδωσαν την ευκαιρία στον άνθρωπο στη συλλογή διαφόρων σπόρων. Η τυχαία αναπαραγωγή αυτών των αποθηκευμένων σπόρων ώθησε τον άνθρωπο προς την καλλιέργεια και την αναπαραγωγή αυτών με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τον πλανητικό βίο και να  στραφεί στην εκμετάλλευση της γης για τις διατροφικές του ανάγκες. Η προσπάθεια για βελτίωση της θέσης του ως προς την εκμετάλλευση της γης υπήρξε αέναη και κοπιαστική.
Αναπολώντας θύμησες παλιές, μου έρχονται στο νου η τυραννία των γονιών μας, που ζούσαν στη ύπαιθρο και που σαν κύρια ασχολία τους ήταν η ενασχόληση τους με τη μάνα γη.
Η ενασχόληση της πλειονότητας των κατοίκων  στο χωριό ήταν με τη γεωργία, παρόλο που αυτό απαιτούσε σκληρή και επίπονη δουλειά και  ήταν δυσανάλογη σχέση με τα πενιχρά αποτελέσματα. Δεν υπήρχε σχόλη παρά μόνο τις Κυριακές τις οποίες, ως επί το πλείστον, τις αφιέρωναν στη λατρεία.  Το χωράφι, τους ζήταγε, αν ήταν δυνατόν να είναι κάθε μέρα εκεί. Έπρεπε πριν αρχίσουν οι βροχές να κάνουν κάποιες συγκεκριμένες δουλειές σ’ αυτό για να δεχτεί το σπόρο. Χρειάζονταν ξεπέτρισμα, να κοπούν οι θάμνοι, τα αγκάθια και τα βάτα που είχαν φυτρώσει. Όταν έφθανε ο Σεπτέμβρης τα μάτια του γεωργού ήταν στραμμένα προς τον ουρανό περιμένοντας το θείο δώρο, τη βροχή.
Η βροχή, έπρεπε να είναι σιγανή και διαρκής για να ποτίσει καλά και το χώμα και να γίνει αφράτο.
Οποιητής μας Γ Δροσίνης λέει:
«Θάρθουν οι μέρες της σποράς, του ζευγολάτη ελπίδα.
Βαρύ τα’ αλέτρι σέρνεται στο βαλτωμένο χώμα
Τα βόδια τ’ αργοκίνητα ξυπνά η μακριά βουκέντρα
Και ανασκαλεύουν το ζυγό κι αναφυσούν σκυμμένα
στυλόνται στις αυλακιές καρτερικά τα μάτια,  μάτια μεγάλα ολόμαυρα γεμάτα καλοσύνη».
Το Σεπτέμβρη, Οκτώβρη, μερικές φορές και μέχρι τα μέσα του Νοέμβρη, είχαν να κάνουν  με το όργωμα και τη σπορά του σιταριού, του κριθαριού και της βρώμης. Αν βοηθούσε ο καιρός και έπεφταν πολλές βροχές και το χώμα είχε αφρατέψει, έτσι ώστε το υνί να μπορεί να  γυρίσει το χώμα και να καλύψει το σπόρο ξεκίναγαν πρωί, πρωί για το χωράφι. Το χωράφι πρώτα χωριζόταν με αυλακιά, ένα παραλληλόγραμμο (η σποριά), σε ανάλογο μέγεθος που θα μπορούσε να κλείσει το όργωνα σε λογική ώρα. Ο σπορέας, έσπερνε  το προδιαγεγραμμένο σημείο με ένα σακούλι (δισάκι) περασμένο στον ώμο του που είχε μέσα το σπόρο, «στην ουσία, έσπερνε ελπίδες». Το χέρι του σπορέα έπρεπε να είναι καλά εκπαιδευμένο για να μπορεί ο σπόρος να πέφτει ομοιόμορφα, ούτε πολύ πυκνά ούτε αραιά, ώστε το φύτρωμα να είναι ομοιομερές σε όλο το χωράφι. Τη σποριά έπρεπε να κλείσει ο ζευγάς που καθοδηγούσε τα ζεμένα άλογα ή βόδια με το αλέτρι για να βγάλουν την αυλακιά πέρα, σε καθορισμένη ώρα.  Αυτός ρύθμιζε και καθοδηγούσε τα ζεμένα ζώα σταθερά έτσι ώστε το υνί να έχει σταθερό βάθος και η αυλακιά να είναι ίσια και το χώμα να σκεπάζει το σπόρο.  Πολλές φορές ζευγάς και σπορέας ήταν ο ίδιος
Έπρεπε αφ’ ενός να προσέχει και να βοηθάει τα ζώα όταν το αλέτρι συναντούσε πέτρες κι’ αφ ετέρου να το ανασηκώνει και ξανά να συνεχίζει. Τα σημεία όπου τα αλέτρι άφηνε κενά,  δηλαδή  ανόργωτα σημεία, που ήταν πολλά, γιατί τα περισσότερα χωράφια του χωριού ήταν σκέτη πέτρα και το χώμα μόλις που σκέπαζε το σπόρο παρεμβαίναμε εμείς τα παιδιά ή όποιος άλλος από την οικογένεια. Δηλαδή με την σκεπαρνιά σκεπάζαμε το σπόρο για να μην μείνει εκτεθειμένος και τον φάνε τα πουλιά.  Μόλις τελείωνε η πρώτη σποριά χαράσσονταν άλλη και άλλη και συνέχεια ακολουθούσαν την ίδια διαδικασία. Σε κάθε τελείωμα σποριάς  κάθονταν λίγο να ξαποστάσουν, αυτός και τα ζώα ή το ζώο του, ανάλογα με τι μέσα όργωνε ο καθένας. Αυτό συνεχιζόταν  μέχρι αργά το απόγευμα. Η σπορά στις 14 Νοεμβρίου, του Αγίου Φίλιππα, σταματούσε. Στις 21 Νοεμβρίου γιόρταζε η Παναγία η Μεσοσπορίτισσα που είναι η γιορτή των γεωργών και ήταν αργία. Την ημέρα αυτή οι γεωργοί συνήθιζαν να βράζουν μαζί από όλους τους σπόρους σιτάρι, καλαμπόκι κ .α, τα μπόμπολα, όπως τα λέγαμε.
Του Ανδριά, 30 Νοέμβρη, « ούτε τσοπάνης στα βουνά ούτε ζευγάς στον κάμπο» έλεγαν. Όσοι ξεκινούσαν νωρίς αυτή την περίοδο είχαν ήδη τελειώσει την σπορά. Την εποχή εκείνη από ότι θυμάμαι γενικά ο Νοέμβρης ήταν άγρια χειμωνιά. Τα χιόνια, οι παγωνιές και οι βροχές ήταν πολύ έντονες. Παρότι δεν υπήρχαν πολλές δουλειές το χειμώνα οι επισκέψεις στα χωράφια δεν έλειπαν. Ήθελαν να δουν πώς πήγε το φύτρωμα του σπόρου.
Την άνοιξη έπρεπε να βοτανίσουν τα σιτάρια από τα ζιζάνια, γιατί δεν υπήρχαν τότε ζιζανιοκτόνα.
Από εδώ και πέρα τα πάντα εξαρτιόνταν από το κέφι του καιρού. Ο γεωργός ήταν και είναι εξαρτώμενος  από τη φύση. Πολλές φορές δεν έβγάζε ούτε το σπόρο.
Αν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά και ο Απρίλης άλλο ένα  χαράς τονε το γεωργό,  που ‘χει πολλά σπαρμένα.
Αλέτρι ξύλινοΤα εργαλεία του γεωργού δεν ήταν πολλά αλλά απαραίτητα για τη δουλειά του. Πρώτο και κύριο έπρεπε να έχει τα ζώα που χρειάζονταν να μπουν στο ζυγό, έπρεπε να υπάρχει η λαιμαριά,  ο ζυγός, το αλέτρι ή βάση δηλαδή, το υνί, που έπρεπε να είχε περάσει από το σιδηρουργό για επισκευή,  η ξεθάλη για τις λάσπες  στο υνί, η βουκέντρα, αν υπήρχαν βόδια, το καμουτσίκι για άλογα και μουλάρια, η σβάρνα. Μερικές φορές οι περισσότεροι στο χωριό έκαναν «κολιγιά» με τα ζώα κυρίως για να δημιουργήσουν ζευγάρι, ένα είδος εταιρικού για ομαδική δουλειά στα χωράφια για το όργωμα, το σπάρσιμο και το θέρο. Συνήθως αυτό γινόταν μεταξύ συγγενών.
Οι σπόροι σταριού που χρησιμοποιούσαν στο χωριό ήταν πολλοί λίγοι, αυτοί κυρίως από τα σκληρά ήταν:
Το μαυραγάνικο, για χοντρά χωράφια αν και στο χωριό αυτά ήταν λίγα.
Η Ντεβέτα. Η Κουαντέρα.
Και από τα μαλακά: η καμπέρα «Κουτρουλό»
Το κριθάρι και η βρώμη σπέρνονταν επίσης για ταϊνι των ζώων.
Η σίκαλι, το σινάπι, το λινάρι και άλλα
Θέρος, Τρύγος, Πόλεμος: Αυτές οι λέξεις ακούγονταν συχνά σαν έφτανε η εποχή της συγκομιδής των κόπων ενός χρόνου. Και τούτο γιατί ο θέρος και ο τρύγος χρειάζονται στρατηγική και προετοιμασία για την εκτέλεση.
Η προετοιμασία των αλωνιών ήταν απαραίτητη. Το κυριότερο το παλάμισμα του αλωνιού με σβουνιές αγελάδων. Δεν υπήρχε πέτρινο αλώνι από ότι θυμάμαι.
Ο χώρος που θα στοιβάζονταν τα δεμάτια με το σιτάρι δίπλα στο αλώνι επίσης έπρεπε να είχε διαμορφωθεί και να είναι καθαρός.
ΔρεπάνιΠριν αρχίσει ο θέρος ο γεωργός κάνει τις τελευταίες του επισκέψεις στο χωράφι για να δει αν το σιτάρι ψώμωσε, αν τα στάχυα έχουν γείρει το κεφάλι τους στη γη από μετριοφροσύνη! Όπως κάνει ο μυαλωμένος και ταπεινός άνθρωπος. Τρίβει και ένα στάχυ στο χέρι του για να δει αν έχει τελείως ξηραθεί και όταν όλα είναι έτοιμα δινόταν το σύνθημα και αρχίζει το πανηγύρι του θέρου.
Το θέρο τον αναλάμβαναν κυρίως οι γυναίκες. Με το δρεπάνι στο δεξί χέρι χώριζαν τα στάχυα σε χεριά τα έπιαναν με το αριστερό, τακόβαν με το δρεπάνι που κρατούσαν στο δεξί χέρι και άφηναν κάτω τις χεριές με τα στάχυα προς την αυτή φορά. Με πέντε χεριές περίπου φτιάχνεται ένα χερόβολο. Άμα τα χερόβολα δεν ήταν σωστά,  αυτός που τα έδενε, δεν θα τα έκανε καλά δεμάτια. Έτσι επικράτησε η παροιμία, που έχει σαφώς μεταφορική έννοια. «Εσείς κακό χερόβολο και εμείς κακό δεμάτι»
Οι άνδρες έβγαζαν από τη ρίζα τα πιο ψηλά και γερά στάχυα για να τα χρησιμοποιήσουν δετικά των δεματιών, αφού πρώτα τα έβαζαν στο νερό να μαλακώσουν (λουρώσουν) και να μην σπάνε στο δέσιμο. Το δεμάτι έχει πάλι 4-5 χερόβολα, προσέχοντας πάντα τα στάχυα να είναι προς την ίδια  κατεύθυνση. Μετά το δεμάτιασμα στο χωράφι αρχίζει το κουβάλημα των δεματιών με τα ζώα και το θημώνιασμα στο αλώνι.
Αυτό το μέρος της δουλειάς ήταν για τα παιδιά. Εμείς κουβαλούσαμε  το νερό στους θεριστές και τις θερίστριες.
Όταν ο ήλιος ανέβαινε περίπου δυο βουκέντρες και η ζέστη γινόταν αφόρητη οι θεριστές   έψαχναν να βρουν ίσκιο κάτω από κανένα ψηλόκορμο και σκιερό δέντρο ή σε καμιά αγριογκορτσιά.
Το μεσημεριανό ήταν συνήθως ξύδι, νερό, σκόρδο, αλάτι( το σκορδάρι) και ψωμί παπάρα, για να τους κόβει τη δίψα και την πείνα.
Το θημώνιασμα που αναφέρεται πιο πάνω, είχε κι’ αυτό την τέχνη του. Γινόταν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μη φαίνονται τα στάχυα για να προφυλάσσονται από τα πουλιά που έτρωγαν τον καρπό μέχρι να έλθει η ώρα του αλωνίσματος. Στην εποχή μας δεν υπήρχαν πατόζες (αλωνιστικά μηχανήματα) και αν υπήρχαν στο χωριό δεν μπορούσαν να έλθουν, γιατί από τη μια μεριά δεν υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον, από την άλλη δεν υπήρχαν και οι κατάλληλοι δρόμοι για να φτάσουν ως εκεί.
ΑλώνιΤο Αλώνι: Το σκίτσο του αλωνιού είναι από την Εγκυκλοπαίδεια του Χάρη Πάτση. Αφού όλα ήταν έτοιμα και τα θερισμένα είχαν συγκεντρωθεί στο αλώνι άρχιζε πλέον ένας άλλος κύκλος επίπονων εργασιών. Στο χωριό ο κάθε γεωργός ενεργούσε από μόνος του και η βοήθεια προερχόταν μόνο από την άμεση οικογένειά του. Όλοι σχεδόν είχαν το δικό τους αλώνι και μάλιστα φρόντιζαν να γίνεται σε μέρη που ο ήλιος και κυρίως ο αέρας με το παραμικρό φύσημα να σκάει επάνω του .
Από πολύ πρωί, σχεδόν νύχτα, τα δεμάτια στρώνονταν κυκλικά όρθια με τα στάχυα προς τα πάνω και από μέσα προς τα έξω, δηλαδή ένα μέτρο από τον ομφαλό (στρουγυρό) ή στριουρό, του αλωνιού, κόβοντας ταυτόχρονα τα δεματικά που ήταν δεμένα.
Τα άλογα ή το άλογο ανάλογα, δένονταν στο στρουγυρό ( στύλος στο μέσον του αλωνιού γερά μπηγμένος στη γη)  με μια τριχιά σε μάκρος όση ήταν η ακτίνα του στρωμένου, με δεμάτια αλωνιού. Το ζώο ή τα ζώα με την απειλή του καμουτσιού έκαναν τους γύρους σε ρυθμό γρήγορο και εναλλάσσονταν αυτόματα προς την αντίθετη μεριά όταν η τριχιά (ακτίνα) είχε τυλιχθεί στο στρουγυρό. Η εναλλαγή ήταν γρήγορη και εύκολη χάρης στο ειδικό δέσιμο των ζώων. . Κατά την διάρκεια που ενώ τα άλογα έφερναν τις γύρες και όταν αυτά ήταν κοντά στον στρουγυρό όλο και κάποιοι ή  κάποιος με το βουκούλι (Θκούλι) ή το δίκρανο θα μάζευαν  προς το κέντρο του αλωνιού, τα τυχόν στάχυα που είχαν βγει έξω από την περίμετρο που έφτανε το πάτημα των ζώων.
Η διεργασία αυτή κρατούσε ως αργά το μεσημέρι με μικρά διαλείμματα για να ξαποστάσουν τα ζώα.  Συνεχίζονταν μέχρι να αποχωρισθεί ο καρπός από το στάχυ και οι καλαμιές να έχουν γίνει  άχυρο «λιώμα» όπως  έλεγαν.
Το άχυρο θα αποθηκευόταν στον αχυρώνα και  χρησίμευε για τροφή των ζώων το χειμώνα.
Το καταμεσήμερο προς το απόγευμα, όταν ο ήλιος έκαιγε ακόμα ήταν   όλα έτοιμα εφόσον το αεράκι το επέτρεπε, άρχιζε το λίχνισμα. Όταν    δεν φυσούσε ξεκουράζονταν όλοι και με το παραμικρό φύσημα πετάγονταν σαν ελατήρια για να προλάβουν μην ξαναπέσει το αεράκι.
Το λίχνισμα, δηλαδή το πέταμα κατακόρυφα του καρπού με το καρπολόι ήταν τέχνη, για να γίνεται ευκολότερος ο αποχωρισμός του άχυρου και της σκόνης από τον καρπό.
Μετά  το λίχνισμα και όταν το μάτι του νοικοκύρη έμενε ικανοποιημένο (που τέτοια τύχη στο χωριό μας !) γέλαγαν και τα μουστάκια του.
Το μέτρημα γινόταν με το «κοιλό», μέτρο που ισοδυναμούσε με 25 οκάδες Αμέσως μετά έπρεπε να περαστεί από το τριέρι για να καθαρίσει η ήρα από το σιτάρι και από ό,τι ξένα σώματα υπήρχαν.
Για μεσημεριανό, ανεξάρτητα από τα μπερεκέτια, πολλά ή λίγα, ο κόκορας ήταν απαραίτητος, ειδικά θρεμμένος για την περίπτωση του Αλωνάρη.
Αφού με το λίχνισμα ξεκαθάριζε το άχυρο από το σιτάρι, οι νοικοκυρές ξεχώριζαν όσο ήταν για το μύλο, το έπλεναν, το στέγνωναν και χωρίς χρονοτριβή το φόρτωναν στα ζώα, (γάιδαρο, μουλάρι ή άλογο) και κατ΄ ευθείαν  για το μύλο. Η πιο χειρότερη στιγμή μου, ήταν όταν μου έπεφτε η «κοντή» για το μύλο, τόσο για τη μεγάλη απόσταση όσο και το πέρασμα μέσα από τους στενούς και κακοτράχαλους δρόμους. Ποτέ δεν πήγα στο μύλο που να μην μου έχει γείρει το φόρτωμα στο γάιδαρο και μια και δυο φορές στο δρόμο.
Όπως είπα και παραπάνω αρκετοί  ήταν αυτοί που δεν συγκέντρωναν τόσο σιτάρι ώστε να βγάλουν τη χρονιά τους και ελάχιστοι ήταν αυτοί, που τους περίσσευε.
Το καλαμπόκι: (Αραβόσιτος)
Στο χωριό το καλαμπόκι κατείχε τα σκήπτρα στη σπορά, γιατί η εξασφάλιση του σιταριού για όλο το χρόνο σε μια 4μελή οικογένεια ήταν σπάνιο φαινόμενο και το καθάριο ψωμί όπως το λέγαμε, ήταν είδος πολυτελείας και πολλές φορές το τρώγαμε προσφάι με την μπομπότα. Η μπομπότα για τα ορεινά και άγονα μέρη, όπως ήταν το δικό μας χωριό, αποτελούσε το κυρίως ψωμί για τα 2/3 της χρονιάς μας και αν δεν έφτανε αυτό που καζαντίζαμε, αγοράζαμε από τους καμπίσιους, τους «ζαγκανάδες», όπως τους έλεγαν υποτιμητικά οι σιαπανίσοι.
Η σπορά και γενικά η καλλιέργεια του καλαμποκιού είχε και αυτό τις δικές του δυσκολίες και βάσανα για τον αγρότη. Θα προσπαθήσω να παραθέσω κάποιες χρονοβόρες διαδικασίες που απαιτούνταν για την σπορά του. την συγκομιδή του, το στούμπισμα και μέχρι αυτό να καταλήξει στο μύλο και από εκεί να γίνει ψωμί. Η σπορά του καλαμποκιού διαφέρει από αυτής του σιταριού. Δεν γίνεται το φθινόπωρο, αλλά την άνοιξη και σε γερά χωράφια. Το σπάρσιμο του καλαμποκιού δεν γίνεται πεταχτά όπως το σιτάρι, αλλά σπυρί-σπυρί και αυλακιά παρά αυλακιά και σε βάθος ανάλογο 2-3-8 εκατοστά και ανάλογα με την υγρασία που έχει το χωράφι κατά την σπορά, ήταν προϋπόθεση για το φύτρωμα. Μόλις φυτρώσει και αρχίσει να μεγαλώνει απαιτείται ο σκάλος ή το βοτάνισμα των ζιζανίων με τα χέρια, διότι με την σκεπαρνιά υπάρχει κίνδυνος να κοπούν οι ρίζες.
Η ηλιοφάνεια βοηθάει το καλαμπόκι να αναπτυχθεί. Στο ίδιο φυτό υπάρχει το αρσενικό και το θηλυκό. Το αρσενικό βρίσκεται στην κορυφή της καλαμποκιάς και το θηλυκό στις μασχάλες των φύλλων, από ένα έως δύο ή και τρία ανάλογα με την ποιότητα του χωραφιού.
Η γονιμοποίηση γίνεται με τον αέρα, ο οποίος μεταφέρει την γύρη από τα άνθη της κορυφής στα στίγματα των νηματοειδών στύλων τα λεγόμενα μουστάκια. Όταν το καλαμπόκι μεστώσει ή είναι στο γάλα, όπως το λέγαμε, απαιτεί την φύλαξη από τις αλεπούδες, τις νυφίτσες, τα σκυλιά και τα ζώα τα οποία έτρωγαν τον καρπό και ας είναι αυτός καλά φυλαγμένος μέσα σε πυκνά φύλλα. Πολλές βραδιές κοιμόμασταν στα καλαμπόκια , ανάβαμε φωτιές για να μην πλησιάζουν ή βάζαμε σκιάχτρα σε διάφορα σημεία του χωραφιού. Όταν η ωρίμανση του καλαμποκιού είχε συντελεσθεί, άρχιζε τα μάζεμα των κορμών. Τα  μεγάλα το λέγαμε «μαντζάνες», ενώ τα μικρά τα λέγαμε «κουτρίδια». Τις καλαμποκιές τις μεταφέραμε στους αχυρώνες για τροφή των ζώων.
Και αυτό όπως το σιτάρι μαζευόταν στο αλώνι και απλωνόταν για να ξηραθεί.
Τα Αυγουστιάτικά βράδια με το ολόγιομο φεγγάρι όλοι συγγενείς και φίλοι μαζεύονταν στο αλώνι και μέσα από χαρές και τραγούδια άρχιζαν το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού και ήταν πράγματι σαν μια ανάπαυλα χαράς και διασκέδασης ξεχνώντας την κούραση της ημέρας.
Σαν νυχτερινή πανήγυρη ήταν, αφού παράλληλα με δουλειά, τα τραγούδια κυρίως του τόπου μας, έδιναν και έπαιρναν. Συνήθως χωρίζονταν σε δυο ομάδες, ζυγές (ζγιές). Πρώτα τραγουδούσε η πρώτη ομάδα τον πρώτο στίχο και επαναλάμβανε η δεύτερη με τα ίδια λόγια και τον ίδιο ρυθμό εναλλάξ. Ζγές, ζγές όπως το συνήθιζαν να το λένε. Αυτό κράταγε μέχρι τις πρωινές ώρες..
Το αλώνισμα του καλαμποκιού δεν έχει καμιά σχέση με αυτήν του σιταριού. Για τον τελικό καρπό όμως ό,τι γινόταν, γινόταν  και αυτό στο αλώνι. Συνήθως  γινόταν με το χέρι σπυρί, σπυρί, με τον κόπανο ή με το λυοράβδι. Όταν όλα ήταν έτοιμα, πάλι ίδιες ετοιμασίες και πάλι για το μύλο. Η παρασκευή της μπομπότας σε ψωμί γινόταν με δύο τρόπους, η ανεβατή που γινόταν με προζύμι και που ήταν αφράτη σαν παντεσπάνι !! και η λειψά για οικονομία, που γινόταν  χωρίς προζύμι και όταν ξηραινόταν δεν την πέρναγε ούτε σφαίρα. Επίσης έφτιαχναν χορτόπιτες με το αλεύρι του, την  «μπαμπανέτσα» ίδε στο κεφάλαιο «Η γυναίκα-ήθη και έθιμα .
Τρύγος: Στο χωριό δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε το αμπέλι του άλλος μικρό και άλλος μεγάλο. Άλλωστε τρία αγαθά της γης είναι ευλογημένα από το Θεό «ο σίτος ο οίνος και το έλαιον» .
Η συντήρηση του αμπελιού από την άλλη είναι μια επίπονη και συνεχής ενασχόληση παράλληλα με τις άλλες εργασίες. Η παροιμία λέει  ότι «έχεις αμπέλι, βάλε εργάτη» και  «οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώου» Το αμπέλι τον μήνα Γενάρη  θέλει κλάδεμα, «Γενάρη μήνα κλάδευε φεγγάρι μην ΄ξετάζεις» και ξελάκκωμα. Αργότερα όταν ανοίξει θέλει το ξεδιάλεγμα και το κορφολόγημα, το θειάφισμα ή το ράντισμα με γαλαζόπετρα. Συχνή έπρεπε να είναι η παρακολούθηση μέχρι και την ώρα που θα έφθανε ο τρύγος περί τα μέσα ή τα τέλη του Αυγούστου. Μόλις τα σταφύλια άρχισαν να ροδίζουν, ο νοικοκύρης διάλεγε ό,τι καλλίτερο υπήρχε στο αμπέλι. Το έκοβε, τα  έβαζε στο κοφίνι και με καμάρι τα έφερνε στο σπίτι για τα παιδιά.
Προς το τέλος Αυγούστου, αρχάς Σεπτεμβρίου ήταν σχεδόν η τελευταία διερευνητική επίσκεψη του αμπελουργού και αφού διαπίστωνε πως τα σταφύλια είχαν πάρει όλα τα χρώματα και τα αρώματα από τη φύση προσδιόριζε το χρόνο του ξεσηκωμού της οικογένειας για τον τρύγο. Τρύγος, θέρος, πόλεμος, όλη η οικογένεια ήταν στο πόδι.
Τα σταφύλια κόβονταν από το κλίμα με προσοχή και τοποθετούνταν στην κόφα. Από εκεί μεταφέρονταν με τα ζώα στο σπίτι και έμπαιναν στην κάδη (τραπεζονιά). Πολλοί λίγοι ήταν εκείνοι που διέθεταν πατητήρι. Όταν όλα τα σταφύλια είχαν τοποθετηθεί στην κάδη, ήταν η ώρα για το πάτημα. Αγόρια και κορίτσια με ανασηκωμένα τα μπατζάκια και τα φουστάνια,  ξυπόλυτα μπαίναμε μέσα και άρχιζε το πάτημα μέχρι που να βγει όλος ο χυμός από τις ρώγες του σταφυλιού. Ο μούστος ή γλεύκος πλέον αφήνονταν για λίγες μέρες στη κάδη με τα τσάμπουρα για να πάρει χρώμα και από εκεί έμπαινε στο κρασοβάρελο, το οποίο προηγουμένως είχε καλά πλυθεί και στιφαριστεί για να κλείσουν καλά τυχόν διαρροές. Έκαιγαν και λίγο θειάφι για απολύμανση από τυχόν μύκητες, άφηναν το χρόνο να προκαλέσει το βράσιμο (τη ζύμωση του μούστου). Όταν ολοκληρωνόταν το βράσιμο του μούστου, το βαρέλι σφραγιζόταν με γύψο και  όλοι εύχονταν «καλά κρασιά». Το βαρέλι ανοιγόταν περί τα τέλη Νοεμβρίου. Τα  τσάμπουρα τα πήγαιναν στο καζαναριό ή ρακαριό που ήταν στην κάτω «κοτσίλω» για το τσίπουρο. Το χωριό είχε παράδοση στο τσίπουρο από τα παλιά χρόνια και όταν τα αμπέλια ήταν πολλά περίσσευε και το πούλαγαν στο κράτος για να γίνει οινόπνευμα.
Καπνός: Σαν να μη έφταναν όλα τα βάσανα του γεωργού των κατοίκων αυτών των ορεινών περιοχών με τις καλλιέργειες όλων των παραπάνω για την επιβίωσή τους, κάποια εποχή το κράτος επέλεξε και δέσμευσε κάποια χωράφια στο χωριό, στα οποία μπορούσαν οι κάτοικοι να φυτέψουν καπνά. Το φύτεμα του καπνού δεν ήταν καθόλου  εύκολη δουλειά, όπως όλες οι γεωργικές δουλειές άλλωστε. Πρώτα φύτευαν το σπόρο σε ξεχωριστά παρτέρια με μαλακό χώμα και αναμεμιγμένο με κοπριά και όταν το φυτό είχε πλέον αναπτυχθεί κάπως,  το έβγαζαν και το μεταφύτευαν στο χωράφι από το μήνα Μάρτιο μέχρι το τέλος Μαΐου. Πρώτα έσκαβαν το χωράφι καλά, το ίσιαζαν και άνοιγαν αυλάκια  σε ευθείες σειρές τα γέμιζαν νερό το οποίο κουβάλαγαν από άλλο μακρινό σημείο με βαρέλες φορτωμένες στα ζώα. Τα νεαρά φυτά τα φύτευαν μέσα στη λάσπη. Όταν απαιτούνταν πότισμα, πάλι με το ίδιο τρόπο παραπάνω, πότιζαν το χωράφι. Όταν το φυτό μεγάλωνε ήθελε κορφολόγημα και ξεδιάλεγμα δευτερευόντων βλαστών.
Το μάζεμα του καπνού γίνονταν σε 5-7 διαδοχικές συλλογές και όταν τα φύλλα ωρίμαζαν από κάτω προς τα επάνω. (Από τα πατώφυλλα, όπως έλεγαν το πρώτο μάζεμα). Η ωρίμανση των φύλλων του καπνού διακρίνονταν από ένα ελαφρό κιτρίνισμα των άκρων του. Το Μάζεμα του καπνού γινόταν νωρίς το πρωί και μεταφέρονταν σε σκιερό χώρο. Μετά ερχόταν η σειρά για το αρμάθιασμα, όπου έπαιρνε μέρος όλη η οικογένεια. Το αρμάθιασμα γινόταν με σπάγκο και σακοράφες ειδικές για καπνό και για λίγες μέρες κρεμιόταν στον ίσκιο και μετά από λίγες μέρες κρέμαγαν τις αρμάθες μία, μία στο ήλιο (στις λιάστρες), οι οποίες ήταν κατασκευασμένες έτσι ώστε να σκεπάζονται γρήγορα σε περίπτωση βροχής. Όταν η αποξήρανση έπαιρνε τέλος, τις αρμάθες τις μαζεύανε πολλές μαζί και έφτιαχναν το  «βαντί», που στη συνέχεια τα κρεμούσαν στα πάτερα των χαγιατιών μέχρι να έλθει η καπνική υπηρεσία να τα πάρει και να τα πάει σε ειδικά συσκευαστήρια. ΄Ένα τέτοιο συσκευαστήριο είχε στο χωριό μας ο συμπατριώτης μας Βαρβατάκης καπνέμπορος των γύρω περιοχών. Επίσης ένα άλλο τέτοιο από ό,τι θυμάμαι, ήταν στο Πλατύστομο σε ένα σπίτι λίγο πριν από την εκκλησία,  όπως κατεβαίνουμε από το χωριό. Το Κάπνισμα με λαθραίο καπνό διωκόταν σκληρά εκείνη την εποχή. Οι καλλιεργητές αλλά και όποιος άλλος ήθελε να καπνίζει κομμένο στο χέρι καπνό, έπρεπε να βγάζει άδεια. Πλήρωνε το φόρο παίρνοντας ειδικό φυλλάδιο για να στρίβει το τσιγάρο του. Οι λαθραίοι χρησιμοποιούσαν εφημερίδα αντί φυλλαδίου ή στρατσόχαρτο για να στρίψουν τσιγάρα.
Το επάγγελμα του γεωργού από το 1865 έως το 1891 που ΄χουμε τους εκλογικούς καταλόγους (Γ.Α.Κ)το  δήλωναν το 95% των κατοίκων δηλώνουν γεωργοί.
Ενώ οι παρακάτω αναφεόμενοι δήλωναν γεωργοκτηματίες ή κτηματίες:
Γιαννίδης Κων/νος
Μουρτάτης Ιωάννης
Αργυρόπουλος Ιωάννης
Παπαιωαννίδης Κων/νος
Βαρβάτος Κώστας
Καραμπέτζος Ιωάννης του Αντωνίου το 1891 ήταν 24 ετών,
Κούτσικος κώστας
Βαρβατάκης Κων/νος
Σιωκης Κώστας
Νεροτριβή-Μαντάνι: Τα σκουτιά και τις βελέντζες τις πήγαιναν για μαντάνισμα στο Σμόκοβο.
Ρακαριό Ή καζαναριό:  
Διαβάζοντας κανείς τα διάφορα συμβόλαια[1] των αγοραπωλησιών των πρώτων χρόνων της ίδρυση του χωριού διαπιστώνει αβίαστα ότι στο χωριό υπήρχαν πολλά αμπέλια και σε πολλά σημεία. Κυρίως: Αγία Τριάδα, Χούχου, Βρομόθερμα, Βαρκά Χινόλακα και Γκορτσόραχη. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν το χωριό να έχει τα δικά του αποστακτήρα (καζαναριά), τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι τις μέρες μας. Το τσίπουρου και το οινόπνευμα, έδωσε έσοδα στους κατοίκους και είχαν αναπτύξει ένα ουσιαστικό  εμπόριο.   Υπάρχουν πολλές έγγραφες διαμαρτυρίες της κοινότητας αλλά και ομάδων κατοίκων της Γιαννιτσούς, πότε για τη φορολογία και πότε για την τιμή του οινοπνεύματος.
Ο τρόπος παρασκευής και διακίνησης είναι ο ίδιος ακόμη και σήμερα. Μετά τον τρύγο και το πάτημα των σταφυλιών όλα τα τσάμπουρα μαζεύονταν στην κάτω «Κοτσίλω Βαρκά» όπου υπήρχαν τα καζαναριά  και περίμεναν την ωρίμανση για να μπουν στην διαδικασία της απόσταξης. Μια διαδικασία που δεν έχει αλλάξει τρόπο εδώ και πολλά χρόνια. Χρειαζόταν και χρειάζεται και σήμερα άδεια του κράτους για να λειτουργήσει η απόσταξη τσίπουρου, είτε αυτό γίνεται από την κοινότητα είτε από ιδιώτη.
88a07779463fcb36b69aa3ddbde1a262_GenericΤσοπάνης, Ποιμήν:   Η κτηνοτροφία στο χωριό πέραν της μη αποδοτικής γεωργίας, ήταν κυρίως η πρώτη κύρια ασχολία των κατοίκων του χωριού. Τα γίδια είχαν την πρώτη επιλογή λόγου της διαμόρφωσης του εδάφους και της πλούσιας βλάστησης στα πρανή της Όθρης και λιγότερο η ανάπτυξη των προβάτων. Από τα πολύ παλιά χρόνια, αλλά και στην εποχή μου, υπήρχαν πολλοί οι τσελιγκάδες που είχαν μεγάλες και οργανωμένες στάνες,. Δεν έλειπαν βέβαια και αρκετοί κάτοικοι που διατηρούσαν μικρό αριθμό αιγοπροβάτων.     Το κάθε σπίτι διατηρούσε από μια έως δύο κατσίκες ή και περισσότερες για τις ανάγκες του σπιτιού του, για το γάλα των παιδιών του. Για το φύλαγμα και την βοσκή αυτών των μικρών σε αριθμό ζώων γινόταν κυρίως από τα μικρά παιδιά η τα έστελναν με τη γιδοβίτσα.
Σήμερα στο χωριό εξακολουθεί να υφίσταται μια υποτυπώδης κτηνοτροφία κατά κύριο λόγο γίδια, λόγου της μεγάλης δασώδους έκτασης με πλούσια βοσκή γι’ αυτά όπως αναφερθήκαμε και παραπάνω.  Επάγγελμα του Τσοπάνη στο χωριό μας με την ετυμολογική έννοια του όρου, δεν είχαμε. Για μας στο χωριό τσοπάνης είναι αυτός που φυλάει τα δικά του πρόβατα ή  γίδια.  Είχαμε όμως ανθρώπους τσελιγκάδες, με μικρές και μεγάλες στάνες.
Η κτηνοτροφία στο χωριό είχε μεγάλη ανάπτυξη, αλλά  με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά, όπως ονομάσθηκε   με το νόμο του 1936 τα γίδια κηρύχθηκαν ανεπιθύμητα στον Ελληνικό χώρο, με αποτέλεσμα πολλές και μεγάλες στάνες να εξαφανίστούν  και οι τσελιγκάδες μη έχοντας άλλους πόρους να στραφούν  προς την γεωργία.     Την περίοδο πριν από τον πόλεμο, οι ρεματιές, οι βουνοκορφές και όλα τα πρανή των βουνών της Γιαννιτσούς σείονταν  κυριολεκτικά από το μελωδικό ήχο των κουδουνιών, των τσοκανιών και των κυπριών. .      Οι τσελιγκάδες της εποχής μου είχαν το χάρισμα αλλά και την εμπειρία που κληρονόμησαν από πάππο προς πάππου, να συνδυάζουν τον ήχο των κυπριών και τσοκάνων στα ζωντανά τους σε ένα αρμονικότατο ήχο (για την στάνη τους). Ό,τι καλύτερο και μεγαλύτερο υπήρχε από αυτά τα αγόραζαν αρκεί να ταίριαζε τα κουδούνια και τις κουδούνες για τα πρόβατα, τα κυπριά και τα τσοκάνια για τα γίδια και τα βόδια. Το πιο γερό και σωματώδες κριάρι ή τράγος θα έσερνε το μεγαλύτερο κουδούνι ή κυπρί ανάλογα. Αυτό ήταν και το λεγόμενο γκεσέμι.
Απ’ ό,τι θυμάμαι κάθε Δευτέρα στη Σπερχειάδα γινόταν το παζάρι. Οι «κουδουνάδες» έφερναν την πραμάτεια τους από τη Λαμία. Εκεί εύρισκαν ό,τι καλλίτερο χωρίς να φείδονται χρημάτων. Υπήρχε ένας ακήρυχτος, έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των τσοπαναραίων για το ποιος θα έχει τον καλλίτερο συνδυασμό ήχου στο κοπάδι του. Τα καλοκαίρια οι τσελιγκάδες με τα κοπάδια τους ανέβαιναν στα ψηλώματα, στα Λιβάδια και στου Ζαχαράκη για χλωρό χορτάρι και κρύο νερό. Το φύλαγμα των γιδοπροβάτων δεν είναι καθόλου μια εύκολη υπόθεση, γιατί εκτός από την ευθύνη της προστασίας τους από την κλεψιά, το χάλασμα της στάνης από τα τσακάλια και τους λύκους, ο τσοπάνης είναι όλο το χρόνο εκτεθειμένος στα όποια στοιχεία των καιρικών συνθηκών. Αυτός είναι εκείνος που πρέπει να κάνει  όλες τις εργασίες για την ομαλή λειτουργία της στάνης.
Η επισκευή της καλύβας, των μαντριών και της στρούγκας, ο στάλος, ο σκάρος τη νύχτα, το άρμεγμα, το πήξιμο του τυριού. Όλα δικά του μέλημα και φροντίδα. Μεγάλη προσοχή χρειάζεται στα γεννητούρια των νέων αρνιών, κ. ά, Άφησα τελευταίο το κούρεμα που μετά το άρμεγμα, είναι η πιο δύσκολη και κουραστική δουλειά του τσοπάνη.     Πρέπει να σημειώσω εδώ μια προσωπική εμπειρία από μια χειμωνιάτικη ανταριασμένη μέρα, που και εγώ σαν μικροϊδιοκτήτης κοπαδιού γιδοπροβάτων βρέθηκα μαζί με έναν από τους μεγάλους. Παραξενεύτηκα όταν είδα τα τσοπανόσκυλα να φέρνουν γύρες το κοπάδι και τον τσέλιγκα κατά διαστήματα να χουγιάζει Χω….Χωω ..Χω και όπως μου εξήγησε το έκανε για να φοβάται  ο λύκος και να μην πλησιάζει το κοπάδι.  «ο λύκος την αντάρα χαίρεται»
Στο χωριό τσοπάνηδες ή ποιμένες ήταν:
Ζαρκαδούλας Απόστολος
Νίκας Απόστολος
Τσακαρδόνης Βασίλης του Αναγνώστη 1891
Ρίζος Κων/νος του Ιωάννη 1891
Τριανταφύλλης Ιωάννης (στα Κοτρώνια)
Τριανταφύλλης Νίκος (στα Κοτρώνια ),
Νέλας Ανδρέας. (στα Θέρμα.) ,
Νίκας Γιώργος(Ανδρίτσος) ( Λουτρά πάνω ακριβώς από τα λαϊκά)
Καρκάνης Γιώργος (στα Θέρμα),
Νίκας Ανδρέας, (στον Ντάνο )
Κουμπαράκης Αθανάσιος (στον Ντάνο, βαθιά λάκα.)
Νικας Γεώργιος Μαρούλης) (στον Τζέρακα)     ΖωβοϊληςΑθανάσιος (Τσέγκος) (στο Τζέρακα)
Ζωβοϊλης Ιωάννης (Σαμουήλ) (στη Λαβανίτσα)
Βλάχος Γιαννης  (στη Λαβανίτσα),
Βλάχος Γεώργιος (στη Βρυσούλα(Λαβανίτσα)
Βλάχος Ευάγγελος Νικάς Νικόλαος (στο Μακάρεβο)
Σημαντλής Γεώργιος (στις Κριτσινιές και Βαλτοκούκι)
Τριγγαίοι     ( στο Μακάρεβο σε κάποια περίοδο, είχαν και βοοειδή.)   Ανδρίτσος Ιωάννης (στα Κόκκινα)
Τριανταφύλλης Αντώνης (Στην Ποταμιά κοντά στο  Δημταυγέρη),     Θεοχάρης Κώστας (Παγγός) (Στους Σαγιάδες κοντά στη Κήπηρι),     Κουτσολέλος Ιωάννης Αγριλιά-Κούμαρο)
Βλαχοναίοι  ( στον Κούμαρο)
Καραμήτραίοι & Πρεμέτης Κων/νος, προς τον Κούμαρο
    

[1] Τα συμβόλαια αυτά είναι από τα Γ.Α.Κ. Λαμίας. Για τα οποία οφείλω πολλές ευχαριστίες στον κ. Γιώργο Δημητρίου