Νερομυλοι-Μυλωναδες

Νερόμυλοι και Μυλωνάδες
Ο Άνθρωπος ανακάλυψε το μύλο, όταν άρχισε να ασχολείται με τη γεωργία. Ο κόπος του γεωργού στο αλώνι και στο μύλο εύρισκε τη δικαίωση του.
Ο Νερόμυλος ήταν  αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής  ζωή του ανθρώπου, αφού τα πάντα εξαρτιόνταν από το σιτάρι (δημητριακά) που παρήγαγε η μάνα γη.  Ο μύλος για να φθάσει στην σημερινή του μορφή πέρασε από πολλά στάδια. Ανάλογα με την κινητήρια δύναμη που είχε έπαιρνε και την ονομασία του. Πριν από  τους νερόμυλους και τους ανεμόμυλους υπήρχε το χαβάνι-γουδί, όπου θρυμματίζονταν οι σπόροι για να γίνουν αλεύρι. Αργότερα ο χειρόμυλος, με δύο μεγάλες στρογγυλές πέτρες, (οι οποίες γύριζαν η μια πάνω στη άλλη), τον οποίον, κατά τον Γιάννη Ρούσκα, κινούσαν με τα χέρια κυρίως, γυναίκες.  Σχετικά με τον αλογόμυλο η κίνηση γινόταν με τα άλογα ή όνους, ημιόνους και βόδια.
Όταν λέμε νερόμυλο εννοούμε τον μύλο, που είχε το νερό για  κινητήρια δύναμη και την οποία ασκούσε  πάνω στη φτερωτή.
Από τους αρχαίους χρόνους και μεταγενέστερα,  υπήρχαν  και οι υδρόμυλοι, οι «υδραλέται», όπως τους ονομάζει ο Στράβων. Τους μύλους που λειτουργούσαν με νερό μνημονεύει και ο Βιτρούβιος, λίγα χρόνια προ Χριστού, ο δε αρχαιότερος από αυτούς  ήταν του Μιθριδάτη στον Πόντο.
Οι νερόμυλοι γενικά και μετά την απελευθέρωση του 1821, αλλά και πριν, είχαν μεγάλη οικονομική αξία και οι μυλωνάδες θεωρούνταν οι βιομήχανοι της περιοχής. Τα διάφορα Γ.Α. Κ χαρακτηρίζουν τους μύλους σαν κτήματα αξίας.
Οι υδρόμυλοι-νερόμυλοι μπήκαν οριστικά στο περιθώριο μετά το  τέλος του Β΄ παγκόσμιου πόλεμου  και για τα ορεινά μέρη (περίπου τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1950), όταν πλέον αναπτύχθηκαν οι μεγάλες αλευροβιομηχανίες σε πολλά  αστικά κέντρα της Ελλάδας.
Οι υδρόμυλοι κτίζονταν όπου υπήρχε άφθονο για το σκοπό αυτό τρεχούμενο νερό και  εκεί λειτουργούσαν όχι ένας αλλά περισσότεροι του ενός νερόμυλοι. Οι περισσότεροι όμως από αυτούς ήταν μικρής δυναμικότητας άλεσης.
Η κατασκευή όλων σχεδόν ήταν ομοιόμορφη και απλή, κυρίως με πέτρα,  αλλά και με άλλα υλικά που προέρχονταν από την περιοχή όπου  χτίζονταν.
Περιγραφή
Το νερό του ποταμού, με ένα μικρό φράγμα, τη «δέση», διοχετευόταν  στο «μυλαύλακο». Στο τέλος του αυλακιού, πάνω  από το μύλο, ήταν η «κάναλη» κρεμαστή, μια μεγάλη  ξύλινη κάδη σε σχήμα κόλουρου  κώνου, η οποία στο επάνω μέρος ήταν  φαρδιά  και προς τα κάτω όσο πήγαινε  στένευε. Στο πάνω μέρος της «κάναλης» ήταν  τοποθετημένη μια σχάρα, η οποία συγκρατούσε όλα τα αντικείμενα που παρέσυρε το νερό, γιατί αν έπεφταν στην κάναλη θα τη βούλωναν.  Στο κάτω μέρος της «κάναλης» ήταν  προσαρμοσμένο ένα στρογγυλό ξύλο, ο δράκος,  και στη μέση αυτού το «σιφούνι-σφούνι»  που είχε στη μέση του μια στρόγγυλη τρύπα, της οποίας η διάμετρος ήταν 0,05 εκ. του μέτρου περίπου και ρύθμιζε τη ροή του νερού.
( Η διάμετρος του «σιφουνιού» είναι μικρή και η ποσότητα του νερού στην κάναλη  μεγάλη, γεγονός το οποίο κάνει το νερό του «σφονιού» να έχει πολύ μεγάλη πίεση. Ανάλογα με το ύψος της «κάναλης», την «κρεμαστή», το νερό όπως εξακοντίζεται με ορμή χτυπάει στα πτερύγια οριζόντιου υδραυλικού τροχού με πτερύγια, τη «φτερωτή». Αυτή  με τη σειρά της κινείται γύρω από κατακόρυφο άξονα, ο οποίος προς τα πάνω περνά από τη μέση της κάτω μυλόπετρας και τελικά συνδέεται με τη «χελιδώνα», ένα μακρουλό σίδερο-άξονας, που είναι προσαρμοσμένο στην κάτω επιφάνεια της επάνω μυλόπετρας και  την κάνει να γυρίζει. Το κάτω μέρος του περιστρεφόμενου αυτού άξονα ακουμπά επάνω σε ένα μπρούτζινο αναποδογυρισμένο κώνο το «κύπρινο»).
Όταν με την πάροδο του χρόνου, οι μυλόπετρες γίνονταν λείες εξ αιτίας της χρήσης, ο μυλωνάς τις έβγαζε και με ειδικά σφυριά, τα μυλοκόπια, έκανε τις επιφάνειες που αλέθουν «ρίκνες» ή όπως έλεγαν  «χαράζει» το μύλο. Η λειτουργία του μύλου, από ό,τι θυμάμαι, μπορούσε να σταματήσει χωρίς ο μυλωνάς να κόψει το νερό από τη δέση. Αυτό γινόταν με ένα σανίδι που ο μυλωνάς έβαζε μπροστά από το σιφούνι «σφούνι», οπότε το νερό δεν χτυπούσε τη φτερωτή και λοξοδρομούσε.  Το πλεονάζον νερό χυνόταν στο ζουριό και από εκεί αποδιδόταν ξανά στη φύση. «Πηγή Εγκ. Χάρη Πάτση»
Ο καρπός  ριχνόταν  στο Καρύκι, που ήταν πάνω από τις μυλόπετρες και υπήρχε σκάλα για να ανέβουν. Η ποσότητα του καρπού που έπρεπε να πέσει από την κάλανο στις μυλόπετρες ρυθμιζόταν με ένα εξάρτημα που περιστρεφόταν στο κάτω μέρος του καρυκιού.
Λόγο των πολλών επισκέψεών μας στους μύλους της Γιαννιτσούς στη Ρούζια, μπορώ να βεβαιώσω ότι το παραπλεύρως σκίτσο του Ν. Παπανικολάου ταυτίζεται απολύτως με την αρχιτεκτονική κατασκευή   και των  δυο μύλων  στη ρούζια. Ήταν λιθόκτιστοι, μόνο που η είσοδος είχε  Δυτικό προσανατολισμό και το  νερό στο ζουριό, χυνόταν Νότια.
Πολλές φορές ο μπάρμπα-Γιάννης, ο μυλωνάς, με έβαζε να καθαρίζω τη σχάρα της κάναλης από τα ξύλα και τα χόρτα που είχε φέρει το νερό, προειδοποιώντας με  φωνές μην τύχει και πέσω μέσα. Όπως γράφεται και παραπάνω ο μύλος ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της γεωργίας και γενικά των κατοίκων που ασχολούνται με την γη.
Οι κάτοικοι του χωριού μας, με την εγκατάστασή τους στο χωριό 1827-1833,  πρώτο τους μέλημα ήταν το στήσιμο του χωριού τους και το κτίσιμο της εκκλησίας,  το δε δεύτερο ήταν ο μύλος τους.
Οι νερόμυλοι της Γιαννιτσούς στη Ρούζια λειτουργούσαν όλο το χρόνο. Σε κάποια περίοδο ο κάτω μύλος εγκαταλείφθηκε και έμεινε μόνο ο επάνω. Οι νερόμυλοι του χωριού, αλλά και κάθε μύλος των γύρω χωριών ήταν απομακρυσμένοι από το χωριό και τούτο  γιατί οι μύλοι φτιάχνονταν όπου υπήρχε άφθονο νερό.
Η αυλή των μύλων ήταν πλακόστρωτη με μια μεγάλη και ψηλή πόρτα  για είσοδο.  Όταν έμπαινες, μέσα το φρέσκο αχνιστό  αλεύρι μοσχομύριζε.  Στα δεξιά ήταν οι μυλόπετρες, το καρύκι και όλα  όσα χρειάζονταν για να λειτουργήσει ο μύλος. Αριστερά της εισόδου 3-4 σκαλάκια οδηγούσαν  σε ένα απλό  δωμάτιο, το δωμάτιο του  μυλωνά. Το χειμώνα το τζάκι έκαιγε σε μόνιμη βάση.
Θέση
ΟΒλάχικο-Κονάκιι μύλοι της  Ρούζιας, όπως τους λέγαμε, ήταν κάτω από τα βλάχικα Χειμαδιά, μαντριά της Συκιάς , κοντά στα σύνορα με τον Ασβέστη.
Οι δύο νερόμυλοι της Γιαννιτσούς ήταν μέσα στη ρεματιά, και αρδεύονταν  βασικά από το Συκιόρεμα ή Σκουρόρεμα που είχε τις πηγές στα ριζά της Καράπας και το  Πλατανόρεμα.  .
Πάνω από τους μύλους  βρίσκονταν τα χειμαδιά των  βλάχων  Σαρακατσαναίων, με τα οποία το χωριό είχε οπτική επαφή  και  τις κρύες χειμωνιάτικες μέρες κάπνιζαν σχεδόν  όλα τα κονάκια, καθώς ήταν  φτιαγμένα σε ένα ξέφωτο κι  οι οικογένειες  άναβαν φωτιά για να ζεσταθούν. Οι βλάχοι αυτοί είχαν την καταγωγή τους από την Ρεντίνα και το καλοκαίρι εγκατέλειπαν την περιοχή για να ανέβουν στου  Ζαχαράκη και στα Άγραφα.
Η Ρούζια είναι μια ειδυλλιακή τοποθεσία  κοντά στις λουγκιές (παραποτάμια περιβόλια- αγροί)  του Δουδουμόπουλου, με πολλά νερά και  περιτριγυρίζεται από πλούσιες πρασινάδες και με πανύψηλα σκιερά πλατάνια. Για να φθάσει κανείς στους μύλους της Γιαννιτσούς ήθελε κάποιο χρόνο περνώντας μέσα από ανηφοριές και κατηφοριές και το κουβάλημα των γεννημάτων (δημητριακών για άλεση), σε αυτούς τους κακοτράχαλους δρόμους, δεν ήταν καθόλου  εύκολη υπόθεση. Από την άλλη πλευρά όμως πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, ότι στα δίσεκτα εκείνα χρόνια, που τα πάντα εξαρτιόνταν από ό,τι παρήγαγε η γη, ο μύλος και ο μυλωνάς αποτελούσαν τα εξαρτήματα της κοινωνικής ισορροπίας.
Ο άνθρωπος είτε καλαμπόκι, είτε σιτάρι ή και κριθάρι, έτρωγε, όλα αυτά έπρεπε να περάσουν από τον μύλο και να γίνουν αλεύρι• σπάνια δε  άλεθαν και ρεβύθια (ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει). Για το χωριό μας λίγοι ήταν εκείνοι που συγκέντρωναν τόσο σιτάρι, για να βγάζουν όλο το χρόνο. Ως  επί το πλείστον το κυρίως ψωμί ήταν το καλαμπόκι, λιγότερο το σιτάρι και σπάνια το  κριθάρι. ( βελανίδια φαγώθηκαν το 1941 με την πείνα, ήταν πικρά και δύσκολα γίνονταν αλεύρι με το χαβάνι).
Μαρτυρίες κατοίκων και τα Ιστορικά  ντοκουμέντα
Η έρευνα που έγινε προς την πλευρά του μοναστηριού της Μονής Αγάθωνος, δεν απέδειξε, ότι οι μύλοι της Ρούζιας είναι ή ήταν ιδιοκτησία του Μοναστηριού. Αντίθετα, όλη η περιοχή του Συκά,, που είναι πάνω από τους μύλους, ιδιοκτησιακά ανήκει στο ίδιο μοναστήρι και οι  Σαρακατσαναίοι-Βλάχοι, που είχαν τα χειμαδιά (κονάκια) τους εκεί, από το μοναστήρι ενοικίαζαν  την περιοχή.
Επομένως η φήμη, ότι τους  μύλους της Ρούζιας, τους είχαν παραχωρήσει η Μονή Αγάθωνος στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου  δεν ευσταθεί.
Έχουμε αξιόλογες μαρτυρίες, αξιόπιστων συμπατριωτών μας, που συμπίπτουν απόλυτα με την έρευνά μας, σχετικά με την  ιδιοκτησία των μύλων.
Παρόλα ταύτα οι μαρτυρίες, που έχουμε στη διλαθεσή μας, δεν παρέχουν  συγκεκριμένες ημερομηνίες, βάσει των οποίων προσδιορίζεται το αρχικό  χτίσιμο των μύλων ούτε το πότε   έγινε η ανακατασκευή τους.
Ας δούμε όμως τι μας είπαν και τι έγραψαν οι κάτοικοι: Ο Απόστολος Δηδημόπουλος του Ιωάννου, εγγονός του Απόστολου Δηδημόπουλου ( τον «Βούλγαρο» όπως τον έλεγαν, λόγω καταγωγής του από το Πεντάλοφο Γρεβενών και μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού μας,) σε μια κατ’ ιδίαν συζήτηση, μου είπε ότι ο παππούς του είχε τον μύλο στη θέση «παλιόμυλος», κοντά στο χωριό, τα  ευρήματα του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα και τα οποία είναι κοντά  στη ρεματιά κάτω από τα χωράφια του  Γιώργου Λυτοσυλίτη
Η Σοφία Κουμπαράκη-Ρίζου, εγγονή του Ιωάννη Κουμπαράκη, (μυλωνά της εποχής μου)  σε μια συζήτηση που είχα μαζί της, έρχεται και επιβεβαιώνει, ότι η οικογένειά της νοίκιαζε τους μύλους από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
Ο Γιάννης Ντρούκας του Γεωργίου, πρόεδρος του Συλλόγου για πολλά χρόνια, σε  μια επιστολή του προς το Δ. Σ του Συλλόγου μεταξύ άλλων αναφέρει: Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας  κάποιοι κάτοικοι από την Π. Γιαννιτσού,  έφυγαν από εκεί και ίδρυσαν τον συνοικισμό της Αγίας Τριάδας με καλύβες (Καλύβια), επειδή τα χωράφια ήταν καλύτερα από αυτά της Παλαιάς. Έκτισαν (16ος  αιών; )   την  εκκλησία τους την Αγία Τριάδα και ταυτόχρονα έφτιαξαν τον μύλο στο Ντοπολιόρεμα, (κανονικά Τοπολιόρεμα)….  Στη συνέχεια γράφει: Οι νερόμυλοι της Ρούζιας  χτίστηκαν με χρήματα της εκκλησίας και η εκκλησία τους νοίκιαζε στους μυλωνάδες , γιατί ο υπάρχων και προγενέστερος μύλος στο Τοπολιόρεμα, δεν λειτουργούσε από έλλειψη νερού.
Ο Θεόδωρος Γιωτόπουλος από τους αξιόλογους καθηγητές φυσικής και Λυκειάρχης στο Λύκειο Λαμίας σε μια επιστολή του προς τον Σύλλογο των απανταχού Γιαννιτσωτών μεταξύ άλλων αναφέρει, ότι ο Παρνασσός Γιωτόπουλος,   πατέρας του,  μεταξύ των άλλων ενεργειών για διάφορα έργα στο χωριό που πρωτοστάτησε, (αναφέρονται και σε άλλο κεφάλαιο) ένα από αυτά, ήταν και οι ενέργειες  του κτισίματος των μύλων της Ρούζιας με χρήματα της εκκλησίας και ότι η εκκλησία τους ενοικίαζε στους μυλωνάδες.
Ο Γεώργιος  Χ Καραγκούνης από Ασβέστη,  στο βιβλίο του «Ασβέστης» όπως θα δούμε πιο κάτω,  αναφέρεται για ανακατασκευή των νερόμυλων της Ρούζιας το 1917, ημερομηνία που συμπίπτει απόλυτα με την περίοδο κατά την οποία δραστηριοποιούνταν έντονα ο αείμνηστος  Παρνασσός Γιωτόπουλος, όχι μόνο για το  νερό, αλλά για δρόμους  και για άλλα ζητήματα που απασχολούσαν το χωριό.
Οι νερόμυλοι της Ρούζιας, της Γιαννιτσούς, είχαν κατασκευασθεί σε άγνωστο χρόνο, πάντως προ του 1821……                                                                                                             
 Οι μύλοι αυτοί καταστράφηκαν από άγνωστη αιτία και ανακατασκευάστηκε ο επάνω μύλος το 1917, όπως φαίνεται από την ημερομηνία στην τοιχοποιία του. Καταστράφηκε ξανά και αυτός κατά την περίοδο του εμφυλίου 1947 και το 1950 ανακατασκευάστηκε. Το 1964 λόγω μη ενδιαφέροντος εγκαταλείφθηκε, αφού το άλεσμα γινόταν πλέον από το μύλο της Μακρακώμης
Ιδιοκτησιακό  καθεστώς
Σύμφωνα με  τις ιστορικές αφηγήσεις της περιοχής, οι Νερόμυλοι , ήταν ιδιόκτητες επιχειρήσεις και μεταβιβάζονταν από τον παππού στον γιο και από τον γιο στον εγγονό. Σε αυτό το κληρονομικό καθεστώς υπάγονταν πάρα πολλοί  μύλοι της Ρούμελης. 
 Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας όλα τα χωριά ανήκαν σε Τούρκους τσιφλικάδες και οι κάτοικοί τους ήταν κολίγοι[2] τους. Αυτοί εκμεταλλεύονταν τα χωράφια, τα μαγαζιά και τους μύλους.
Στο κεφάλαιο «Ιδιοκτησιακό Καθεστώς» της παρούσης έρευνας και σύμφωνα με το Γ. Α. Κ 58 το χωριό μας, ανήκε σε 4 Τούρκους μικρο-τσιφλικάδες. Έλληνες ιδιοκτήτες  σε αυτά τα χωριά, τα ονομαζόμενα κεφαλοχώρια[3], υπήρχαν μόνο με μικρές ιδιοκτησίες.
Βάσει των διαφόρων Γ.Α.Κ-έγγραφα που πέρασαν από τα χέρια μας, βρέθηκε, πως πολλοί από τους μύλους των διαφόρων κοινοτήτων της περιοχής μας, (όπως Πλατύστομο, Μεξιάτες Υπάτη κ.ά.) να είναι ιδιοκτησίες επώνυμων Τούρκων τσιφλικάδων,  αν και οι Τούρκοι ιδιοκτήτες στη σπουδή τους κατά την αποχώρηση, μετά την επικράτηση της επανάστασης του 21, πολλές φορές δήλωναν ψέματα για την περιουσία τους με σκοπό να καρπωθούν αποζημιώσεων.
Για περισσότερα
Από τα παρακάτω ιστορικά γεγονότα που ακολουθούν φαίνεται πως οι μύλοι της Γιαννιτσούς, στη θέση Ρούζια και Τοπολιόρεμα, είναι προεπαναστατικοί.
Ο  Ν. Κασομούλης στο «Ημερολόγιό» το 1836  αναφέρει τους μύλους της Γιαννιτσούς  σαν εν λειτουργία μύλους, άξιους φύλαξης της περιοχής.
«18 Μαρτίου- Ημέρα Τετάρτη (1836)…..Την αυτήν εις Αρχάνι εσχεδιάσθη να αφήσωμεν τον Κ.Δυοβουνιώτην  (έμεινε Τόλιος Τζεντζιλώνης, ο δε Δυοβουνιώτης ακολούθησε με ημάς ) δια την εξασφάλισιν αυτών των μερών με 50 στρατιώτας, τον δε Ζορμπάν λοχαγόν με 100 πλήρη να μεταβή προς Φτυλιόν και πέριξ να καταδιώξη τους τρυπολόγους εκείνους ληστάς, οίτινες βασανίζουν τους πολίτας… Διευθυνθείς ο Φ. Ζορμπάς δια το ανατολικόν μέρος Λαμίας έλαβε οδηγίας περί συντηρήσεως της ησυχίας και ευταξίας των στρατιωτών. Ο δε Τόλιος (Τζεντζιλωνης) έλαβε οδηγίας να ενεδρεύση εις τους μύλους Γιανσιούς και των πέριξ υπόπτων μερών».
Από τα Γενικά Αρχεία Λαμίας και από το Συμβόλαιο[4] του Συμβολαιογράφου της ίδιας πόλης Χατσίσκου Αλεξάνδρου με αριθμό 6885/3/Νοεμβρίου 1856, βλέπουμε πως η εκκλησία αγόρασε το 1/3 του μεριδίου ενός ερειπίου μύλου από τον συμπατριώτη μας Αλέξιο Δήμα.
Το συμβόλαιο αυτό μεταξύ άλλων γράφει:…. Ενώπιον εμού του Συμβολαιογράφου και κατοίκου Λαμίας Αλεξάνδρου Χατσίσκου και των μαρτύρων Αναγνώστου Σαμαρτσή (Σαμαρτζή) και Κώστα Σώκη γεωργών κατοίκων αμφότερων του χωρίου Γιασννιτσούς. Πολιτών ελλήνων γνωστοί μοι και μη υποκείμενοι εξαιρέσεως από τον νόμον, εμφανισθείς δε ο Αλέξιος Δήμα ή( Δήμος) άνευ επαγγέλματος, κάτοικος του χωρίου Γιαννιτσούς του Δήμου Μακρακώμης/ του (Δυσανάγνωστος λέξη) απ’ ευθείας προσεκάλεσα δύο μάρτυρες τους, Κώστα Τριανταφυλλόπουλον παντοπώλη και Αθανάσιον Ιωα. Γιαννιτσώτη πεδιλοποιό κατοίκων Λαμίας, γνωστοί μοι και μη εξαιρούμενους από τον Νόμο και εβεβαιώθησαν  (ταυτότητες::)      ο κάτοχος                         / εξέθεσεν ότι έχων υπό την κατοχή του και κυριότητά του εξ αδιαιρέτου το εν τρίτον του ερειπίου Μύλου κειμένου εις θέσιν Ρούζια της περιφέρειας Γιαννιτσούς και συνορευομένου Ανατολικώς με δρόμον, δυτικως και μεημβρινώς με ρέμα, αρκτικώς με αυλάκι Μύλου, επώλησεν ευχαρίστως και οικειοθελώς, τούτον προς την εκκλησίαν του χωρίου Γιαννιτσούς, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ελεύθερον χρέους, υποθήκης, δικαιώματος τρίτου ως και πάσης άλλης φιλονικίας, δια δραχμάς πεντακοσίας τεσσαράκοντα δύο,  αριθ. 542 τας οποίας έλαβεν ως ωμολόγησεν από τον επίτροπον της εκκλησίας ταύτης Δημήτριον Μαργαρίτου Γεωργού κατοίκου Γιαννιτσούς, και από της ήμερονίας και εις το εξής, απεκδύεται ούτος παντός δικαιώματος ιδιοκτησίας, επί του ενός τρίτου του ρηθέντος ερειπίου Μύλου το οποίον μεταβαίνει εις την κατοχήν και κυριότητα της ειρημένης εκκλησίας…….
    Ο Πωλητής                           Οι μάρτυρες της πράξεως
       Αλέξιος                                 Κωσταντίνος Σαμαρτζής
                                                   Κώστας Σιόκης
                                              Οι μάρτυρες της ταυτότητας
                                                  Α  Τριανταφύλλου
                                                 Αθ. Γιαννιτσώτης
  Ο Συμβολσιογράφος
   Αλ Χατσίσκος
Με βάση  το  παραπάνω συμβόλαιο πώλησης και αγοράς του 1/3 του ερειπίου μύλου  από την εκκλησία του χωριού φαίνεται πως ο μύλος, στα χρόνια της επανάστασης δεν λειτουργούσε και είχε ερημωθεί.
Μένει να δούμε πότε η εκκλησία έγινε κύρια ιδιοκτήτρια ολόκληρου του μύλου ή των δύο μύλων, οι οποίοι επί των ημερών μας γνώρισαν μεγάλη αλεστική κίνηση.
   Μύθοι και δοξασίες για τους Μύλους και τους Μυλωνάδες
Οι συμπατριώτες μας για να πάνε στο μύλο, έπρεπε να διαθέσουν σχεδόν μια μέρα και πολλές φορές, όταν έπεφτε πολλή δουλειά και ο μυλωνάς δεν προλάβαινε να τα βγάλει πέρα, ο πελάτης έπρεπε να περάσει το βράδυ στο μύλο, διότι η επιστροφή στο χωριό από  τη Ρούζια ήταν δύσκολη.
Ο μυλωνάς ως αμοιβή του για τα αλεστικά έπαιρνε το  ξάγι (ξάι). Ξάγι είναι λατινική λέξη (exagium). Είναι μέτρο δημητριακών καρπών μισού κιλού, μέτρο μεταξύ σπόρου και άλλων πολυτίμων πραγμάτων που ισοδυναμεί με το 1/6 της ουγκιάς, ή το 1/12 της ενετικής λίτρας.
Ό καθένας κλαίει τον πόνο του και ο μυλωνάς το ξάι του. Συνήθως έπαιρνε μία οκά στις 30 οκάδες.
Την περίοδο που τα πάντα εξαρτιόνταν από το ψωμί, οι μύλοι θεωρούνταν τόποι συνάθροισης  των πάσης φύσεως και λογής ανθρώπων της περιοχής και υπήρχε χρόνος για ποικιλία συζητήσεων, αφού η αναμονή εντός του μύλου έπαιρνε πολύ χρόνο                                            Πολλές φορές, ανάλογα και με την αλεστική περίοδο χρειαζόταν να περιμένεις μια ή δυο ημέρες.
Ως τόποι συνάθροισης των χωρικών, οι μύλοι αποτελούσαν ένα είδος κέντρου διερχομένων και ανακοινώσεων των καθημερινών γεγονότων.   Γίνονταν κέντρα ανταλλαγής ιδεών και πολλές φορές γίνονταν τόπος αγοραπωλησιών, αλλά  και προξενιών.
Για δε τις γυναίκες που ήταν αποκλεισμένες από τα καφενεία, ο μύλος και η βρύση αποτελούσαν τις μοναδικές εστίες επικοινωνίας, κουτσομπολιού και μόδας.
Ο  μυλωνάς θεωρούσε τον εαυτό του σαν το κέντρο του κόσμου. Του άρεσε να διηγείται παράξενες και αυτοεμπνευσμένες ιστορίες και καυτηρίαζε τη ζωή με σκωπτικό αφηγηματικό τρόπο τα γεγονότα.
Σαν κεντρικό πρόσωπο πρωταγωνιστούσε στη ζωή του χωριού και σαν  επαγγελματίας φρόντιζε πάντα πότε με αστεϊσμούς, πότε με πειράγματα και κάποια λογοπαίγνια  αλλά και καλοπροαίρετα πειράγματα να κατευνάζει τις παραξενιές των πελατών του  και να μη φέρνουν  αντιρρήσεις  στο ξάγισμα.
Θυμάμαι πως, όταν πήγαινα στο μύλο, η μάνα μου  μου εφιστούσε την προσοχή να παρακολουθώ το μυλωνά, ειδικά όταν θα ερχόταν η ώρα  για το ξάγιασμα.
Οι μυλωνάδες ήταν άνθρωποι καλόκαρδοι, χωρατατζήδες, αλλά και λίγο γυναικάδες, όπως και πλεονέκτες, που δεν δίσταζαν να πάρουν «ξάι» περισσότερο από ό,τι δικαιούνταν.
Δεινοί δε διπλωμάτες•  δεν ήθελαν να κακοκαρδίσουν τους πελάτες τους.
Για τους μύλους και τους μυλωνάδες έχουν γραφεί και έχουν λεχθεί πάμπολλες χιουμοριστικές ιστορίες και φήμες. Οι παροιμίες και τα δημοτικά τραγούδια αφήνουν πολλά  και  διάφορα διφορούμενα υπονοούμενα για τη ζωή τους, όπως:
                            Ποίηση
Χωριατοπούλες τ’ άλεσμα
στο μύλο κουβαλάνε
και με το γέρο μυλωνά
μονάχες ξενυχτάνε.
Η νύχτα φέρνει πειρασμούς.
-Αχ ! μυλωνά, ποιος ξέρει…
Γέροντας είσαι. Μα και τι!
Καμιά φορά….   κι οι γέροι!  (Γ.ΝόΒας).
*
Πήραν τ’ απόσκια πήρανε Λελούδω μ’ στην αυλή σου
Και συ Λελούδω μ’ νύχτωσες, στον μύλο μην πηγαίνεις,
Γιατί είν’ ο μύλος μακριά και ο μυλωνάς μουρντάρης.
Παίρνει για ξάι φίλημα, φιλεί τα μαύρα μάτια
και μαραγκιάζει ο κόρφος σου, χαλάει το πρόσωπό σου
                            Παροιμίες
.Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, 40 μέρες κοσκινάει                                                              
. Θεωρία Επισκόπου και καρδία μυλωνά.
. Έβαλε το νερό στο αυλάκι
. Τα βάσανά μου είναι πολλά κι ο μύλος δεν τ’ αλέθει.
. Όποιος μεσ’ στο μύλο μπαίνει πάντα αλευρωμένος βγαίνει.
. Αυτόν και στο μύλο να τον στείλεις, αλεύρι δεν θα βρει.
. Ο μυλωνάς έγινε βασιλιάς και πάλι αλεύρια γύρευε.
. Ο μύλος νερό θέλει. Ευχές δεν χρειάζεται
. Γίνεται μύλος.
. Ο μύλος θέλει μυλωνά και το καράβι ναύτες.
. Όλοι κλαίνε τον πόνο τους και ο μυλωνάς το ξάι του ή Όλοι κλαίνε τον
  πόνο τους και ο μυλωνάς το αυλάκι του
. Βάζει κι η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες.
. Πάει με το δικό του σακούλι στο μύλο
. Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε.
Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο μυλωνάς ήταν ελάχιστα. 
Το καντάρι ή η πλάστιγγα για το ζύγισμα των δημητριακών
Τα μυλοκόπια, για το χάραγμα της πέτρας. Έκανε τις πέτρες ρίκνες για να κόβουν τον καρπό.
Η σέσουλα. Για να παίρνουν το αλεύρι από όπου συγκεντρωνόταν και το έβαζαν στα σακιά.
Το βαρίδι, το νήμα της στάθμης
Λάμπα πετρελαίου 
Σφυρί
Σκεπάρνι
Πριόνι
Πατριώτες Μυλωνάδες:
Πρώτος μυλωνάς στο χωριό ήταν ο Απόστολος Διδημόπουλος στο μύλο του Τοπολιορέματος (παλιόμυλος). Στους μύλους της Ρούζιας, πρέπει να ήταν ο Ιωάννης Βέλκος και στη συνέχεια ο Γεώργιος Βέλκος, όπως αναφέρεται στο προικοσύμφωνο  Συμβόλαιο Νο 8335/5/10/1857  του συμβολαιογράφου Α Χατσίσκου:
….Μάρτυρες: Δημήτριος Αναγνώστου,  Βέλκος Γεώργιος μυλωνάς κάτοικοι Γιαννιτσούς
Συμβαλλόμενοι:  Ενεφανίσθησαν  αφ’ ενός ο Ιωάννης Μυλωνάς και  αφ’ εταίρου ο Ζαχαρίας Αναγνώστου Σαμαρτζής Γεωργός .
Ο Ιωάννης Μυλωνάς δίδει εις πρώτον γάμον την Θυγατέρα του Μαρία ως νόμιμο σύζυγο στον Ζαχαρία Αναγνώστου Σαμαρτζή.
Δίδει ως προίκα:
α)Το ήμισυ του Χαμογιού οικίας κειμένης εντός του χωρίου Γιαννιτσούς, συνορευομένης  ανατολικώς, με οικίαν Αντωνίου Καραμπέτσα, δυτικώς με δρόμον, αρκτικώς με οικίαν Γεωργίου Βέλκου μυλωνά [5] και μεσημβρινώς με όμοιον του Αθανασίου Καραγκούνη, αξίας δραχμάς διακοσίας
Τελευταίος μυλωνάς  είναι ο Αθανάσιος Κουμπαράκης που κληρονόμησε τη συνέχιση της ενοικίασης από τον πατέρα  του Ιωάννη  Κομπαράκη.
Ο Ιωάννης Κουμπαράκης απέκτησε  την ενοικίαση από τον Γ . Βέλκο  γιο του  Ιωάννη  Βέλκου που πρέπει να υπήρχε ή να συνδέονταν με κάποια συγγένεια  με το Ιωάννη Κουμπαράκη;.
Ο Ιωάννης Βέλκος, βρίσκεται καταχωρημένος στα στρατιωτικά αρχεία του κράτους και δηλώνει κάτοικος Γιαννιτσούς, πιθανολογείται πως είναι ο ίδιος ο οποίος βρίσκεται και στον κατάλογο των Γιαννιτσωτών αγωνιστών του 1821. Για περισσότερα « Γιαννιτσώτες αγωνιστές στη Μεγάλη Επανάσταση του 1821.doc »
Ονόματα μυλωνάδων που ενοικίασαν τους μύλους της Ρούζιας από την εκκλησία:
Βέλκος Α (Τελώνης) στη Ρούζια
Βέλκος Γεώργιος στη Ρούζια
Ζωγλωπίτας   στη Ρούζια, από το Πλατύστομο
Καραντώνης Ιωάννης       »     από την Παλαιά
Τριανταφύλλης       (Γαλής)  Ρούζια
 Σακελλάρης              Ρούζια
Κουμπαράκης Ιωάννης   Ρούζια
Κουμπαράκης Αθανάσιος Ρούζια

[1] Βλέπε κεφάλαιο «ιδιοκτησιακό καθεστώς»

[2] Καλλιεργητής ξένου κτήματος ή βοσκός κοπαδιού. Οι κολίγοι κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας, αλλά και μετά την επανάσταση του 21, ζούσαν κάτω από τη στυγνή εκμετάλλευση των τσιφλικάδων

[3] Παλαιά Γιαννιτσού τα κτήματα βρίσκονταν κάτω από ξεχωριστό ιδιοκτησιακό καθεστώς με μικρές ιδιοκτησίες

[4] Για τα συμβόλαια αυτά οφείλω πολλές ευχαριστίες στο Γ. Δημητρίου δημοσιογράφο-ερευνητή

[5] δική μας η υπογράμμιση

Βιβλιογραφία:  Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενικά Αρχεία Λαμίας, Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, Γιάννης Ρούσκας Μυλότοποι, μύλοι και μυλωνάδες Αθήνα 1999, Τοπική παράδοση, προσωπική εμπειρία